Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Η Λωζάννη και οι γρίφοι της

ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 
 *Λήμνος, 1924, από την ανταλλαγή πληθυσμών


*Μετά από 9 δεκαετίες οι ιστορικοί εξακολουθούν
να αναζητούν τα μυστικά της συμφωνίας
Ελλάδας-Τουρκίας το 1923

                  
Της κ. Φωτεινής Τομαή*

          Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι 90 χρόνια μετά τη Λωζάννη οι ιστορικοί εξακολουθούν να βασανίζονται αναζητώντας την πατρότητα της ιδέας για την ανταλλαγή των πληθυσμών.
          Η Σύμβαση υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923 στη διάρκεια της πρώτης φάσης των διαπραγματεύσεων. Την ήθελαν οι Τούρκοι εξαιτίας μιας πλεγματικής φοβίας και ενός εθνικιστικού φανατισμού; Την ήθελε ο Βενιζέλος επιδιώκοντας εθνολογική ομογένεια του εντός των συνόρων πληθυσμού; Ή μήπως ήταν ένα διαπραγματευτικό παιχνίδι με απώτερο στόχο την εξασφάλιση διατήρησης στην Κωνσταντινούπολη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την απομάκρυνση του οποίου επεδίωκε μετά μεγίστης επιμονής ο επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας Ισμέτ πασάς;


*Ο Ισμέτ πασάς

          Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η ανταλλαγή αιχμαλώτων, θέμα με το οποίο ασχολήθηκε σε πρώτη φάση η υποεπιτροπή της Πολιτικής Επιτροπής τη δεύτερη κιόλας εβδομάδα από την έναρξη των συνεδριάσεων, ήταν μέγα ανθρωπιστικό ζήτημα. Οπως ανέφερε σε εμπιστευτικό του έγγραφο προς το ΓΕΝ ο αντιπλοίαρχος Μελετόπουλος από την Υπάτη Αρμοστεία Κωνσταντινουπόλεως, «η κατάστασις των Ελλήνων αιχμαλώτων είναι οικτρά. Ενδεδυμένοι με ράκη αποτελούμενα από παλαιούς σάκκους επαιτούν εις τους δρόμους, όταν δεν εργάζονται προς πορισμόν ενός τεμαχίου άρτου. Οι θάνατοι από ημέρας εις ημέραν πολλαπλασιάζονται. Νομίζω δε ότι πρέπει να γίνουν ενέργειαι όπου δει δια την σωτηρίαν των» (ΑΠ 139, 27 Νοεμβρίου 1922).
          Τα πράγματα όμως ήταν τελείως διαφορετικά σε ό,τι αφορούσε την ανταλλαγή των πληθυσμών που, υποχρεωτική καθώς ήταν, δεν είχε ιστορικό προηγούμενο. Μπορεί ομαδικές μετακινήσεις μειονοτικών πληθυσμών να μην ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο στα Βαλκάνια, αντίθετα μάλιστα να εμφανίζονταν ως αναγκαίο παρακολούθημα κάθε νέας διασυνοριακής χάραξης, σε κάθε περίπτωση όμως, όπως η Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας- Βουλγαρίας που υπεγράφη μαζί με τη Συνθήκη του Νεϊγύ, είχαν εθελοντικό χαρακτήρα και αφορούσαν μικρό αριθμό πληθυσμών. Στην περίπτωση της Λωζάννης γινόταν λόγος για μετακίνηση 350.000 μουσουλμάνων της Θεσσαλίας και της Θράκης και σχεδόν 1,5 εκατομμυρίου Ελλήνων από τη Μικρά Ασία (οι αριθμοί με επιφύλαξη, καθώς διαφέρουν ανάλογα με τις πηγές). Μέτρο σκληρό και απάνθρωπο, καθώς ο αναγκαστικός εκπατρισμός τόσο μεγάλου πληθυσμού δημιουργούσε τεράστια ηθικά, οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, ταυτίστηκε με το όνομα του διάσημου νορβηγού εξερευνητή δόκτορος Fridijof Nansen, τιμημένου με το Νομπέλ ειρήνης μέσα στην ίδια χρονιά, στον οποίο ο βρετανός ΥΠΕΞ λόρδος Κώρζον ανέθεσε την εκπόνηση του σχεδίου. Τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία έσπευσαν να αποποιηθούν κάθε ευθύνη για την ιδέα. Μάλιστα ο Ισμέτ, προσπαθώντας να δημιουργήσει εντυπώσεις, έριχνε όλο το βάρος στον Βενιζέλο, φέρων στο φως υπόμνημα του τελευταίου προς τον βασιλέα Κωνσταντίνο τον Ιανουάριο του 1915, που υποστήριζε ως αναγκαία την ανταλλαγή πληθυσμών Ελλάδας- Βουλγαρίας διότι μόνο έτσι «θα επετυγχάνετο οριστικώς εθνολογική διαρρύθμισις εν τω Αίμω».
*Ο Ελευθέριος Βενιζέλος

          Στην πραγματικότητα ίσχυε μάλλον το αντίθετο. Μπορεί για το μέγιστο του πληθυσμού της Ιωνίας να ήταν αδύνατον να επιβιώσει στις κατεστραμμένες εστίες του και η οδός της προσφυγιάς να ήταν η μόνη λύση, πράγμα που ο Βενιζέλος, ρεαλιστής καθώς ήταν, το έβλεπε καθαρά, αλλά σίγουρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά για τον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης και φυσικά το Πατριαρχείο, για την παραμονή του οποίου επέμεινε εξαρχής μέχρι τέλους. «Γνωρίζω ότι ο προσφυγικός κόσμος θα με αναθεματίση δι' αυτό που κάμνω, αλλ' έχω την συνείδησιν ήσυχον ότι εργάζομαι προς το συμφέρον αυτού» έγραφε στον αφοσιωμένο φίλο και συνεργάτη του Αριστείδη Κυριακίδη που είχε διατελέσει διευθυντής του πολιτικού γραφείου του.
          Αλλά, όπως αποδεικνύεται από αλληλογραφία της εποχής, ο πανικός που είχαν προκαλέσει οι βιαιότητες των Τούρκων εις βάρος των Ελλήνων, ήταν αδύνατον να συγκρατήσουν τους Κωνσταντινουπολίτες στις εστίες τους. Στις 29 Οκτωβρίου 1922 ο Κανελλόπουλος από την Υπάτη Αρμοστεία μετέφερε εμπιστευτική πληροφορία του διευθυντή της Αγγλικής Αστυνομίας συνταγματάρχη Maxwell ότι «η κατάστασις ήταν λίαν σοβαρά και ότι η είσοδος του Κεμάλ εις Κωνσταντινούπολιν θα εσήμαινε σφαγήν των Χριστιανών» (ΑΠ 5556). Την ίδια στιγμή ο τουρκικός Τύπος «κήρυξε φανερά ότι η συμβίωσις μετά των Ελλήνων κατέστη αδύνατος», ενώ «ο όχλος είχε», σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, «εκφανατισθή τόσον ώστε εις τα τεμένη να διδάσκεται ότι δέον να σφαγούν οι Χριστιανοί και ότι οι Αγγλοι θα φύγουν διότι είναι ανίσχυροι».
          Πράγματι, η παρουσία των συμμαχικών στρατευμάτων ήταν η μόνη που μπορούσε να εγγυηθεί την προστασία του ελληνικού πληθυσμού, αλλά η αναμενόμενη αποχώρησή τους άμα τη υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης σήμαινε ότι όσοι θα είχαν απομείνει θα βρίσκονταν στο έλεος της σπάθης του Κεμάλ. Γι' αυτό ο άγγλος Αρχιστράτηγος Χάρριγκτον συμβούλευε τον έλληνα Αρμοστή «όπως οι Ελληνες αναχωρήσωσι το ταχύτερον, περισώζοντας εκ της περιουσίας των παν ό,τι είναι δυνατόν να περισωθή» (επείγον εμπιστευτικόν ΑΠ 5734, 4 Νοεμβρίου 1922). Την ίδια άποψη συμμεριζόταν και ο άγγλος Αρμοστής, που μάλιστα συμβούλευε τον Κανελλόπουλο «όπως αποστείλη η Ελληνική Κυβέρνησις μεγάλα πλοία εις εγγύτερον λιμένα (σημ. παρακάτω υπεδείκνυε τον Κεράτιο), δυνάμενα να παραλάβωσι έκαστον 5.000 πρόσφυγας». Συνέχιζε δε ο Κανελλόπουλος ως εξής: «Με ηρώτησε πόσα τοιαύτα δύναται να διαθέση η Κυβέρνησις και απήντησα περί τα οκτώ υπερωκεάνεια, οπότε μοί παρετήρησεν ότι εν τοιαύτη περιπτώσει θα δεήση κάμωσι ταύτα έξ έως επτά ταξείδια δια να μεταφέρωσι 350.000 Ελλήνων εάν υπολογίσωμεν εις 50.000 τους ήδη αναχωρήσαντας και καθημέραν αναχωρούντας» (ΑΠ 12310, 13 Νοεμβρίου 1922). Σημειωτέον ότι πλείστα όσα ήσαν τα μαρτύρια και οι δοκιμασίες όσων εγκατέλειπαν όπως- όπως τη χώρα από την προκυμαία του Γαλατά, κυρίως. Έτσι, ενώ στις αποβάθρες υφίστατο διασυμμαχικός έλεγχος των χριστιανών οθωμανών υπηκόων «εφωδιασμένων δι' αδειών αναχωρήσεως Ελληνικού Προξενείου και Αρμενικού γραφείου (σ.σ.: επρόκειτο για 130.000 Αρμενίους της Πόλης) ο Ρεφέτ Πασάς ηξίωσεν όπως εξέλεγξις διαβατηρίων επιβιβαζομένων ασκείται εν προκυμαία και υπό Τουρκικών αρχών. Και ναι μεν Άγγλοι επεμβάντες δια στρατιωτικής δυνάμεως εξεδίωξαν Τούρκους και διευκόλυναν επιβίβασιν αναχωρούντων, σήμερον όμως και ούτοι ενέδωκαν και ούτω Οθωμανοί υπήκοοι δεν δύνανται πλέον αναχωρήσωσι εί μη μόνον με τουρκικόν διαβατήριον. Και υπόσχεται μεν Ρεφέτ ότι θα παράσχωνται τοιούτα, αλλά εν πραγματικότητι άδεια αύτη είναι πλατωνική λόγω απαιτήσεως πληρωμής υπέρογκων φόρων» (ΑΠ 13704, Κανελλόπουλος, 22 Νοεμβρίου 1922). Εν τω μεταξύ τα σπίτια των αναχωρούντων εσφραγίζοντο υπό των Τούρκων (ΑΠ 14726), ενώ όπως σημείωνε σε τηλεγράφημά του ο έλληνας γενικός πρόξενος Άννινος «θανατικαί εκτελέσεις Χριστιανών εξακολουθούσι αθρόαι καθ' εκάστην» (ΑΠ 14969, 22 Ιανουαρίου 1923).
          Σε όσα τραγικά συνέβαιναν, όπως και στην ταπεινωτική υπόδειξη των Συμμάχων προς τον Κανελλόπουλο όπως «ουχ ήττον αποφεύγωμεν επιμελώς πάσαν αφορμήν προκλήσεων ως λόγου χάριν ανύψωσιν της Ελληνικής σημαίας» (ΑΠ 13117 Α5VI, 14 Νοεμβρίου 1922) που σε λιγότερο από έναν μήνα (5 Δεκεμβρίου) μετετράπη σε αυστηρή οδηγία «με συμβουλεύουσι υποστείλω αμέσως σημαίαν και καταβιβάσω κοντόν, ευρέθην εις οδυνηράν θέσιν να το πράξω» (ΑΠ 1307, Κανελλόπουλος), ο Βενιζέλος υπεδείκνυε ψυχραιμία υπομνήσκων ότι «Ελλάς εις διαπραγματεύσεις Λωζάννης παρίσταται δυστυχώς ως χώρα ηττημένη» (ΑΠ 13857, 25 Νοεμβρίου 1922).

*Ο Δημήτριος Κακλαμάνος

Πώς οργανώθηκε η μεταφορά από τη Γενεύη στην Αθήνα 
Αγωνία για τα Ελληνικά Αρχεία

          Από ανάγνωση εγγράφων της εποχής, έκδηλη αναδεικνύεται η ανησυχία του Έλληνα πρεσβευτή στο Λονδίνο Δ. Κακλαμάνου, που σήκωσε μαζί με τον επικεφαλής της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στη Λωζάννη Ε. Βενιζέλο το βάρος της ομώνυμης Διάσκεψης, σχετικά με την ασφαλή μεταφορά των Ελληνικών Αρχείων στην Αθήνα, κατόπιν εντολής του ΥΠΕΞ. «Τα Αρχεία, των οποίων την πλήρη ταξινόμησιν ευμεθόδως και μετά παραδειγματικής τάξεως ο επί ενάμισυ μήνα διευθύνων το εν Γενεύη Γ. Προξενείον Δ. Καψάλης, τεθέντα εντός δύο βαλιζών καλώς συσκευασμένων και εσφραγισμένων, παρεδόθηκαν τη εν Γενεύη ημετέρα Γραμματεία» ανέφερε σε έγγραφο του στις 28-Ιουλίου 1923 (ΑΠ 1877). «Η μεταφορά των θα δεήση να γίνει τη φροντίδι υπαλλήλου διερχομένου εκ Γενεύης ίνα μη εκτεθή εις κίνδυνον η ασφάλεια αυτών κατά την μεταφοράν διά ξένων χωρών» (ΟΠ.Π.).
          Σε επόμενο έγγραφό του ως καταλληλότερος υπεδεικνύετο ο «άλλοτε εργασθείς παρά τη Επιτροπή ανταλλαγής πληθυσμών Βουλγαρίας, αναχωρήσας δι' Αθήνας Δημητριάδης» (ΑΕ 6702).
          Ωστόσο, με κατεπείγον εμπιστευτικό του έγγραφο στις 8 Σεπτεμβρίου 1923, ο Κακλαμάνος εξέφραζε ισχυρή ανησυχία όπως αποφευχθεί η μεταφορά τους μέσω Ιταλίας, εισηγούμενος επιπλέον τη διαδρομή μέσω Μασσαλίας και δη «διά πλοίου υπό ξένην σημαίαν» καθώς υπήρχε «κίνδυνος νηοψίας των Ιταλών επί ελληνικών ατμοπλοίων, ότε ο κίνδυνος κατασχέσεως των Αρχείων καθίστατο σοβαρός…» (ΑΠ 3125).

**Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι ιστορικός, πρεσβευτής σύμβουλος Α’ στο υπουργείο Εξωτερικών.

7 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ενδιαφερον !!!!!!!!!

Pinelopi Gkouma

Ανώνυμος είπε...

Γρίφοι πράγματι, πολλοί. Αν κατάλαβα καλά από όσα έχω διαβάσει μέχρι τώρα για το θέμα, το πρόβλημα ξεκίνησε απ την επαύριο κιόλας των Βαλκανικών Πολέμων, όταν η Ελληνική διοίκηση των Νέων Χωρών, βρήκε μια Μακεδονία, άδεια σχεδόν από Ελληνόφωνους Πατριαρχικούς. Για να την κρατήσει, έπρεπε να την γεμίσει με Ρωμιούς... ο νοών, νοείτω... Δεν κάνω τον μετά Χριστόν προφήτη, αλλά προσωπικά, όλα τα δεινά τα χρεώνω στον "εθνάρχη" Βενιζέλο...

Nic Oikonomou

Ανώνυμος είπε...

Θέλει σκέψη πολλή. Σκέφτηκα κι εγώ κάποιες φορές έτσι, κάποιες φορές αλλιώς... δεν ξέρω.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΟΥΝΑΡΤΖΙΔΗΣ

Ανώνυμος είπε...

Αντιγράφω απ το κείμενο: "Την ήθελαν οι Τούρκοι εξαιτίας μιας πλεγματικής φοβίας και ενός εθνικιστικού φανατισμού; Την ήθελε ο Βενιζέλος επιδιώκοντας εθνολογική ομογένεια του εντός των συνόρων πληθυσμού; Ή μήπως ήταν ένα διαπραγματευτικό παιχνίδι με απώτερο στόχο την εξασφάλιση διατήρησης στην Κωνσταντινούπολη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την απομάκρυνση του οποίου επεδίωκε μετά μεγίστης επιμονής ο επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας Ισμέτ πασάς;". Ίσως να ισχύουν και οι τρείς λόγοι Παντελή. Απ όσα έχω διαβάσει κι ακούσει τουλάχιστον, μάλλον ισχύουν και οι τρεις λόγοι. Προσωπική μου εκτίμηση πάντως, είναι πως στο θέμα του Πατριαρχείου και κατ επέκτασιν, του Ρωμαίικου πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης, το λάθος, η η αδυναμία αν θέλεις, ήταν το ότι στη ζυγαριά μπήκαν ανόμοια στοιχεία. Εξηγούμαι: απ τη μια πλευρά, χιλιάδες αστοί, καλοζωϊσμένοι, πλούσιοι πολλοί απ αυτούς, έμποροι, βιοτέχνες, καταστηματάρχες. Απ την άλλη αντίστοιχος αριθμός αγροτών της Δ.Θράκης, χωρίς πολλές απαιτήσεις, συνηθισμένοι στη σκληρή ζωή και στη φτώχια της υπαίθρου (εκείνη την εποχή, αλλά και πιο πρόσφατα). Αναλογίσου τώρα τη διαφορά στον βαθμό δυσκολίας, σε ό,τι αφορά την προσαρμογή στις καινούργιες συνθήκες διαβίωσης (και επιβίωσης) και στις δύο πλευρές, πέρα απ τους χειρισμούς των δύο κυβερνήσεων. Το αποτέλεσμα το έχουμε χειροπιαστό σήμερα. Απ τη μία ένας ελάχιστος πληθυσμός που φθίνει στην Κωσταντινούπολη, κι απ την άλλη ένας πληθυσμός που γεννοβολάει και αυξάνεται στη Δ.Θράκη

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΟΥΝΑΡΤΖΙΔΗΣ

Ανώνυμος είπε...

Να μην ξεχνάμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκε αυτή η συνθήκη. Και ο ίδιος ο Βενιζέλος που την υπέγραψε, δεν ήταν ευχαριστημένος....

Ανώνυμος είπε...

Φυσικά και δεν τις ξεχνάμε. Μόνο που έχω την υποψία, πως τον Βενιζέλο δεν τον πολυπείραζαν οι ανταλλαγές (εδαφών και ανθρώπων...)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΟΥΝΑΡΤΖΙΔΗΣ

Ανώνυμος είπε...

18 Σεπτεμβρίου 2014.Ώρα 08.30
Η απόφαση του Ελευθερίου Βενιζέλου να αποδεχθεί την ανταλλαγή των πληθυσμών της Ελλάδας και της Τουρκίας,μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922,παρά τα ηθικά,οικονομικά και πολιτικά προβλήματα,που δημιουργούνταν,ήταν μία απόφαση ορθή και ρεαλιστική και απέβλεπε στην Εθνολογική ομογένεια του εντός της χώρας πληθυσμού.
Ασφαλώς υπήρξε ανισότητα σε βάρος της χώρας μας με βάση τους αριθμούς των ανταλλαγεντων πληθυσμών.Η επιδίωξη όμως της διατήρησης της έδρας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη επηρέασε την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Η εξέλιξη των γεγονότων δικαίωσε πλήρως την επιλογή του Ε.Βενιζέλου.Αντιλαμβανόμεθα ποία θα ήταν η τύχη των Ελλήνων,εάν παρέμειναν στην Τουρκία.Θα είχαν αποδεκατισθεί ή μεταναστεύσει στην Ελλάδα ή αλλού,γιατί η Τουρκία,όπως συμβαίνει μέχρι και σήμερα,διακατέχεται από εθνικιστικές τάσεις και αντιδημοκρατικές αντιλήψεις.
Πόσες χιλιάδες Ελλήνων αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την Κωνσταντινούπολη και τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο μετα τις πρωτοφανείς διώξεις της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 και του 1964;Σήμερα διαμένουν στην Κωνσταντινούπολη λιγότεροι από 2000 Έλληνες και λίγες εκατοντάδες στα νησιά Ίμβρο και Τένεδο.Στα επόμενα χρόνια θα υπάρξει πρόβλημα στην εκλογή του Πατριάρχου,ο οποίος θα πρέπει να έχει οπωσδήποτε την τουρκική υπηκοότητα.
Σήμερα,91 χρόνια μετα την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης,πως εφαρμόζονται οι όροι της; Η Τουρκία επιδιώκει με κάθε μέσο και τρόπο την τροποποίηση της Συνθήκης επ ωφελεία της.Συγκεκριμένα η Άγκυρα:
1.Αρνείται εδώ και πολλά χρόνια τον όρο,που ρητά και κατηγορηματικά χαρακτηρίζει την μειονότητα,που διαμένει στους Νομούς Ροδόπης και Ξάνθης της Ελληνικής Θράκης,ως Μουσουλμανική.Θεωρεί όλους τους Μουσουλμάνους ως τουρκικής προέλευσης,συμπεριλαμβάνοντας και τους Πομάκους και Αθιγγάνους τους οποίους,με πολιορκητικό κριό το Γενικό Προξενείο Κομοτηνης,προσπαθεί να επηρεάσει και να καταστήσει υποχείριους των εθνικών επιδιώξεων της στην περιοχή.
2.Αμφισβητεί τα απαράγραπτα κυριαρχικά δικαιώματά μας στο Αιγαίο Πέλαγος, τα οποία καθορίζονται ρητά από την Συνθήκη της Λωζάννης.Καθημερινά παραβιάζει τον Εθνικό Εναέριο Χώρο και τα χωρικά μας ύδατα και παραβαίνει τους κανόνες εναέριας κυκλοφορίας στο Αιγαίο και στα Δωδεκάνησα
3.Αμφισβητεί την κυριότητα της Ελλάδας επί των νήσων,των νησίδων και των βραχονησίδων του Αιγαίου Πελάγους και της Δωδεκανήσου,τα οποία δεν απαριθμούνται ονομαστικά στις Διεθνείς Συνθήκες της Λωζάννης[1923] και των Παρισίων[1947] αντίστοιχα.
4.Από την αποφράδα νύκτα της 30ης προς 31ην Ιανουαρίου 1996 έχει καθιερώσει στις εν λόγω περιοχές την θεωρία των<>.
5.Αντιδρά στο δικαίωμα της Ελλάδας να κηρύξει την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και την επέκταση των χωρικών υδάτων από 6 ναυτικά μίλια σε 12 στις περιοχές του Αιγαίου Πελάγους και της Δωδεκανήσου,όπως προβλέπεται από το ισχύον Διεθνές Δίκαιο Θαλάσσης
Στις απαράδεκτες και παράνομες αυτές επιδιώξεις της Άγκυρας η Ελλάδα υποχρεούται να επαγρυπνά με τις διπλωματικές υπηρεσίες και τις Ένοπλες Δυνάμεις της,ώστε να μην δημιουργούνται τετελεσμένα γεγονότα.Οι όποιες παραλείψεις,μικρές ή μεγάλες,να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά.Γιατί το δίκαιο είναι με το μέρος μας,αρκεί να το γνωρίζουμε και να απαιτουμε την εφαρμογή του.
Κωνστ. Πατιαλιάκας
Αντιστράτηγος ε.α

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...